Η Παλαιόπολη ανα τους αιώνες

Η θέση

          Στο μέσο περίπου της δυτικής ακτής της Άνδρου ιδρύθηκε στις αρχές του 19ου αιώνα σε μιαν απότομη καταπράσινη αμφιθεατρική πλαγιά ο οικισμός Παλαιόπολη. Η πλαγιά ορίζεται από δύο παραφυάδες του όρους Κουβάρα, μεταξύ των οποίων κυλά ο χείμαρρος Κόμβος, που μαζί με τις άφθονες πηγές καθιστούν την περιοχή καταπράσινη και εξαιρετικά εύφορη.

 

      Η ονομασία του οικισμού οφείλεται στα πολυάριθμα κατάλοιπα της αρχαίας πόλης, της Άνδρου, ορατά σε όλη την περιοχή, ενσωματωμένα σε νεώτερες κατασκευές ή διάσπαρτα στα χωράφια. Ένα μεγάλο μέρος του οχυρωματικού περιβόλου είναι ακόμα ορατό σε μεγάλο μήκος και ύψος. Tμήματα κτηρίων και μεμονωμένοι τοίχοι ορθώνονται μισοκατεστραμμένοι ή ενσωματωμένοι στις σύγχρονες ξερολιθιές. Την εικόνα συμπληρώνουν οι τεράστιοι βράχοι, διάσπαρτοι σε όλη την έκταση. Η οικοδόμηση του οικισμού συνέβαλε στην ανεύρεση πολλών οικοδομικών καταλοίπων και κινητών ευρημάτων, κυρίως γλυπτών και επιγραφών, που σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άνδρου, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Παλαιοπόλεως και σε μουσεία του εξωτερικού, προϊόντα αρχαιοκαπηλείας.

 

       Στην περιοχή αυτή αναπτύχθηκε η Άνδρος, η αρχαία πρωτεύουσα του νησιού, που κάλυπτε έκταση περίπου εξακοσίων στρεμμάτων, από την παραλία έως το λόφο της ακρόπολης, όπου βρίσκεται σήμερα το εξωκκλήσι του Αγίου Δημητρίου. Η πλαγιά διέθετε δύο σημαντικά προσόντα, φυσική οχυρότητα και υδάτινο πλούτο. Στο τοπίο σήμερα κυριαρχούν τα άφθονα αναλήμματα, αρχαία και νεώτερα.

Τοπογραφία και εξέλιξη της Αρχαίας Άνδρου

          Με βάση τα δεδομένα από την αρχαιολογική έρευνα, στην πόλη διαπιστώνεται οικοδομική δραστηριότητα από τις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Σποραδικά κινητά ευρήματα υπάρχουν και από πρωϊμότερους χρόνους, όπως κεραμική και λίθινα τέχνεργα της Τελικής Νεολιθικής περιόδου και της πρώιμης Εποχής του Χαλκού, δύο αγγεία υστέρων Μυκηναϊκών χρόνων καθώς και κεραμική Γεωμετρικών χρόνων. Οι γνώσεις μας για τη ζωή κατά την Εποχή του Σιδήρου στην περιοχή της Παλαιόπολης είναι ελάχιστες, η ποιότητα όμως της λιγοστής κεραμικής, τοπικής και εισηγμένης, υποδεικνύει την ύπαρξη εγκατάστασης, αναπτυγμένης στην πλαγιά ήδη από τον 9ο αιώνα, ενταγμένης στα εμπορικά δίκτυα της εποχής. Γύρω στο 700 π.Χ. η περιοχή πιστεύεται ότι δέχθηκε τους κατοίκους των γεωμετρικών οικισμών του νησιού και κυρίως αυτών της Ζαγοράς και της Υψηλής, που είχαν εγκαταλειφθεί, ο μεν πρώτος ολοσχερώς, ενώ ο δεύτερος εν μέρει.

          Η αρχαία πόλη είχε εξαπλωθεί, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, σε μεγάλη έκταση στην πλαγιά, και διέθετε ισχυρό τείχος, το οποίο σε αρκετά σημεία διατηρείται σε καλή κατάσταση, σε ύψος που ξεπερνά τα 4 μ. Η ακρόπολη βρισκόταν στο ύψωμα, όπου το εξωκκλήσι του Αγίου Δημητρίου. Στο χώρο αυτό το τείχος αγκάλιαζε το φυσικό πλάτωμα, καμπυλούμενο στα ανατολικά και δυτικά προς τη θάλασσα (νότια). Στο μέσο της βόρειας πλευράς σώζεται σε μεγάλο ύψος ένας τετράγωνος πύργος. Στη συνέχεια τα δύο σκέλη, το δυτικό και το ανατολικό, κατευθύνονται προς τη θάλασσα, βαθμιαία απομακρυνόμενα μεταξύ τους. Το δυτικό σκέλος έχει εντοπισθεί στη μεγαλύτερη έκτασή του. Κατευθύνεται προς νότον έως τη μικρή χερσόνησο της «Κατατομής», που κλείνει από τα δυτικά την παραλία της Παλαιόπολης, και κατέληγε στο βυθισμένο στις μέρες μας δυτικό τμήμα της λιμενικής κατασκευής, προστατεύοντας και τη λεκάνη του λιμανιού. Το ανατολικό σκέλος ανοίγει και αυτό βαθμιαία, καθώς κατευθύνεται προς τη θάλασσα. Κατέληγε στην παραλία, στα ανατολικά των εκβολών του χειμάρρου Κόμβου. Το τείχος χρονολογείται στον 4ο αιώνα π.Χ.

          Η οχυρωμένη περιοχή της πόλης ήταν περίπου τετρακόσια στρέμματα, οι ζωτικοί όμως χώροι ήταν αρκετά περιορισμένοι. Η μορφή της πόλης υπαγορεύθηκε από τη διαμόρφωση του εδάφους και ήταν διαρθρωμένη σε τέσσερις ζώνες. Η έντονη κατωφέρεια του εδάφους κατέστησε απαραίτητη την κατασκευή πολλών ανδήρων (αιμασιών), που κλιμάκωναν όπως και σήμερα την απότομη πλαγιά, δημιουργώντας εκτάσεις καλλιέργειας, βοσκής και δόμησης. Το κέντρο της πόλης, η αγορά, βρισκόταν σε άμεση γειτνίαση με το λιμάνι στην επίπεδη έκταση μπροστά στην παραλία, στα δυτικά του χειμάρρου. Υψηλότερα στην πλαγιά, δίπλα στον χείμαρρο, υπήρχε περιοχή με σημαντικά κτήρια και απέναντι προς τα ανατολικά πρέπει να αναζητηθεί το θέατρο. Δυτικότερα εκτεινόταν μια οικιστική περιοχή, στραμμένη προς τα νοτιοανατολικά, προς τη θάλασσα, προφυλαγμένη από το βορρά. Μια ακόμη ζώνη εντοπίσθηκε προς την περιοχή της ακρόπολης.

          Η αρχαία Άνδρος ήταν μια ευημερούσα πόλη, που έλεγχε το νησί έως τους Παλαιοχριστιανικούς χρόνους και διατηρήθηκε έως περίπου τα μέσα του 7ου αιώνα μ.Χ.

Ο χώρος στους Μεσαιωνικούς

και Νεώτερους Χρόνους εως το 1830

           Σύμφωνα με τα μέχρι σήμερα δεδομένα της ανασκαφικής έρευνας, η ζωή της αρχαίας πρωτεύουσας της Άνδρου τερματίζεται γύρω στα μέσα του 7ου αι. μ.Χ. Η Παλαιόπολη είχε ήδη πληγεί από τον καταστροφικό σεισμό του 552 και ο πληθυσμός της θα είχε μειωθεί. Τα υστερότερα ευρήματα που ανευρίσκονται στο χώρο είναι νομίσματα των πρώτων χρόνων της βασιλείας του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641). Στην πλήρη εγκατάλειψη της πόλης οδήγησε η εμφάνιση των Αράβων, οι οποίοι από τα μέσα του αιώνα άρχισαν να λεηλατούν και να καταστρέφουν τους οικισμούς των νησιών. Η πόλη φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε σταδιακά από τους κατοίκους της, που αναζήτησαν καταφύγιο στην ενδοχώρα του νησιού. Ο χώρος όμως της εγκαταλειμμένης αρχαίας πρωτεύουσας αποτελούσε πηγή μαρμάρου, ιδιαίτερα κατά το 12ο αιώνα, οπότε κτίστηκαν και οι μεγάλοι ναοί στην ενδοχώρα. Η Παλαιόπολη παρέμεινε η μεγάλη πηγή μαρμάρου και γενικότερα οικοδομικού υλικού της Άνδρου, πιθανότατα και μετάλλου, για όλους τους επόμενους αιώνες, ως και το 19ο.

            Η αρχαία πόλη άρχισε να γίνεται ευρύτερα γνωστή, χάρη στους ξένους περιηγητές που έφθαναν από τον 15ο αιώνα και εξής στο νησί και αναζητούσαν ίχνη της αρχαίας πρωτεύουσάς του. Τη σημαντικότερη μαρτυρία οφείλουμε στον Joseph Pitton de Tournefort, ο οποίος επισκέφθηκε την Παλαιόπολη το 1701 και αντίκρυσε τμήματα της αρχαίας οχύρωσης. Παράλληλα όμως άρχισε η διαρπαγή αρχαίων έργων τέχνης, τα οποία μεταφέρονταν σε ιδιωτικές συλλογές του εξωτερικού.