Αρχαιολογική Έρευνα

Η ανασκαφή στην "Πόρτα"

Στην πύλη, γνωστή ως "Πόρτα", στο ανατολικό σκέλος του τείχους, επάνω στο μονοπάτι που οδηγεί προς τη θάλασσα, πραγματοποιήθηκε περιορισμένη ανασκαφική έρευνα προκειμένου να διευκρινισθεί η σχέση της με το τείχος. Παλαιότερα η πύλη αυτή θεωρούνταν είσοδος μεγαλοπρεπούς κτηρίου, διαπιστώθηκε όμως από την έρευνα ότι πρόκειται για πύλη του οχυρωματικού περιβόλου.

Η ανασκαφή στο δυτικό άκρο της αρχαίας πόλης (θέση "του Πλάτου")

Η ανασκαφή ήταν σωστική και αποκάλυψε κατά το 1987 και 1988 σε μεγάλο βάθος κατάλοιπα οικιών, τα οποία με βάση την άφθονη κεραμική και τα μικροαντικείμενα που βρέθηκαν χρονολογούνται από τον 4ο αιώνα έως και τους Ελληνιστικούς χρόνους (3ος-2ος αιώνας π.Χ. ). Παρά την αποσπασματική κατάσταση των οικοδομικών καταλοίπων, τα κινητά ευρήματα, κυρίως πληθώρα θραυσμάτων από χρηστικά αγγεία και σκεύη, τμήματα πήλινων κυψελών και διάφορα μικροαντικείμενα, παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την καθημερινή ζωή των πολιτών και την οικονομία της πόλης. Η εγκατάλειψη των κτηρίων αυτών πρέπει να τοποθετηθεί πιθανώς στο 2ο αιώνα π.Χ., εποχή κατά την οποία η πόλη κατελήφθη, το 199 π.Χ., από τις συμμαχικές δυνάμεις της Ρώμης και της Περγάμου.

Η ανασκαφή στην αγορά της πόλης

Γενικές πληροφορίες

         Η έρευνα έχει αποκαλύψει σε δύο άνδηρα τμήματα δέκα κτηρίων και τεσσάρων δρόμων. Στο άνω άνδηρο έχουν έρθει στο φως τμήματα τριών πλακόστρωτων δρόμων (Ι, ΙΙ, IV) και πέντε κτηρίων (Α, Β, Γ, Δ, Ι, Ε) που χρονολογούνται από τους Kλασικούς χρόνους έως και τον 3ο αιώνα μ.Χ., ενώ στο κάτω άνδηρο ένας ακόμη δρόμος (ΙΙΙ) και τρία κτήρια (ΣΤ, Ζ, Η) χρονολογούνται από τα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. έως και τον 6ο αιώνα μ.Χ. Ορισμένες μεταγενέστερες προχειροκτισμένες, αποσπασματικά σωζόμενες κατασκευές και στα δύο άνδηρα ανάγονται μάλλον στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα.

         Επιγραφικά παραδίδεται η ύπαρξη στην αγορά της Άνδρου βουλευτηρίου, ναού κάποιας άγνωστης θεότητας, λατρείας πιθανώς του Ερμού και του Διός Μαιμάκτου, μακέλλου, δηλαδή αγοράς τροφίμων, ιδιαίτερα ψαριών και κρεάτων, καθώς και τιμητικών αγαλμάτων επιφανών πολιτών, ηγεμόνων και ρωμαίων αυτοκρατόρων.

                                 

                                           Κάτοψη της ανασκαφής στο Άνω Άνδηρο της Αγοράς

 

                                                                                                                                                                        Κάτοψη της ανασκαφής στο Κάτω Άνδηρο της Αγοράς

 

Η αγορά κατά τους Κλασικούς και πρώιμους Ελληνιστικούς χρόνους

          Τα πρωιμότερα οικοδομικά κατάλοιπα ανάγονται στον 5ο αιώνα π.Χ., όπως μαρτυρούν ο δρόμος IV, στα βόρειά του το κτήριο Ι, στο οποίο αποδίδονται τμήματα δύο τοίχων, δύο μαρμάρινα ακροκέραμα και 11 πώρινοι σπόνδυλοι κιόνων, ενσωματωμένοι στην αψίδα της βασιλικής στο κάτω άνδηρο.

Κάτοψη της ανασκαφής στο άνω άνδηρο της αγοράς, τα κατάλοιπα του 5ου-4ου αι. π.Χ. (δρόμος IV, κτήριο Ι)​

          Η αγορά επεκτάθηκε από τα τέλη του 4ου και κατά τη διάρκεια του 3ου αιώνα π.Χ. Στο άνω άνδηρο κατασκευάστηκαν οι δρόμοι Ι και ΙΙ και τα κτήρια Α, Β και η στοά Γ καθώς και στο κάτω άνδηρο η στοά ΣΤ και ο δρόμος ΙΙΙ. Η εξέλιξη αυτή ενδεχομένως σχετίζεται με την Μακεδονική κατοχή ή αργότερα τον Πτολεμαϊκό έλεγχο στο νησί και συμβαδίζει με τη γενικότερη εξέλιξη των αγορών.

Από το κτήριο Α σώζεται η νοτιοανατολική γωνία και τρεις τοίχοι προς τα δυτικά. Στον ανατολικό του τοίχο, σε επαφή με το βαθμιδωτό δρόμο ΙΙ, εδράσθηκε ο αντίστοιχος τοίχος του μεταγενέστερου κτηρίου Δ. Κατά μήκος της νότιας πλευράς του έβαινε ο δρόμος Ι. Επίσης, διαπιστώθηκε η ύπαρξη κτηρίων που χρονολογούνται την εποχή αυτή κάτω από τις μεταγενέστερες στοές Γ στο άνω άνδηρο και ΣΤ στο κάτω. Μάλλον στον 3ο αιώνα π.Χ. χρονολογούνται τμήματα τεσσάρων τοίχων στο άνω άνδηρο, που ανήκουν σε ένα ακόμη κτήριο (Β). Στο άνω άνδηρο λειτουργούσε πριν από τα τέλη του αιώνα αυτού μεταλλουργείο, όπως μαρτυρούν λάκκοι χύτευσης, εστίες, κατάλοιπα κλιβάνων, πληθώρα σκωριών και υπολείμματα μετάλλινων αντικειμένων. Η παύση της δραστηριότητας αυτής και πιθανότατα η μεταφορά της εκτός της αγοράς ή στην περιφέρειά της σχετίζεται μάλλον με την αναδιοργάνωση του χώρου κατά το 2ο αιώνα π.Χ., εποχή της κατοχής του νησιού από την Πέργαμο.

 

Η αγορά κατά το 2ο αιώνα π.Χ.

             Η καλύτερα σωζόμενη οικοδομική φάση της αγοράς ανάγεται στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα π.Χ. και σχετίζεται μάλλον με κάποια ανοικοδόμησή της μετά την άλωση της πόλης το 199 π.Χ. και την ακόλουθη παραχώρηση του νησιού στο βασιλέα της Περγάμου Άτταλο Α΄. Φαίνεται ότι η επικλινής μορφή του φυσικού περιβάλλοντος, τα προϋπάρχοντα κτήρια αλλά και η περγαμηνή τεχνογνωσία επέδρασαν στη διαμόρφωση της αγοράς, με αποτέλεσμα να μην ακολουθεί τον συνήθη τύπο των περίκλειστων ("ιωνικών") αγορών αλλά να διαλέγεται με το φυσικό τοπίο.

            Την εποχή αυτή το κτήριο Δ, από το οποίο έχει αποκαλυφθεί το νότιο τμήμα, διαδέχθηκε με μικρή μετατόπιση προς βορράν το κτήριο Α, ακολουθώντας το ίδιο περίπου σχέδιο. Διέθετε επιπλέον μνημειακό πρόπυλο και εσωτερική περίστυλη αυλή. Θεμέλιο στη νοτιοδυτική γωνία του οικοδομήματος σχετίζεται πιθανότατα με κλιμακοστάσιο και υποδεικνύει την ύπαρξη ορόφου. Από το πρόπυλο, που βρίσκεται στον κεντρικό άξονα του κτηρίου, σώζεται η κρηπίδα έως το ύψος της δεύτερης από τις τέσσερις βαθμίδες της. Στον τοίχο του κτηρίου Ε, του ύστερου 3ου αιώνα μ.Χ., το οποίο κτίστηκε επάνω στο κτήριο Δ, ενσωματώθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη του προπύλου, η μελέτη των οποίων κατέληξε στην αναπαράστασή του ως τετράστυλου, ιωνικού ρυθμού. Ημιυπόγειος χώρος, σε επαφή με το δυτικό τοίχο του κτηρίου, σχετίστηκε με ιχθυαγορά, με βάση ευρήματα, όπως μαρμάρινες τράπεζες, χρηστική κεραμική, οστά ψαριών, όστρεα, βελόνες εχινών, βάρη  διχτυών και άγκιστρα.

        Ο τύπος του κτηρίου Δ θα μπορούσε να σχετισθεί με κάποιο διοικητικό κτήριο, ωστόσο τα ευρήματα υποδεικνύουν μάλλον την εμπορική του λειτουργία.

       

 

      Από τη στοά Γ έχει αποκαλυφθεί το δυτικό πρόσθιο τμήμα της. Το ανατολικό τμήμα και τη βορειοδυτική γωνία της, σήμερα καταχωσμένα, είχε αποκαλύψει ο Κοντολέων το 1956. Το κτήριο, μήκους περίπου 56 μ., διέθετε βαθμίδες μόνο στην πρόσθια πλευρά, τέσσερις στη δυτική και πέντε στην ανατολική καθώς και 21 κίονες, πιθανώς δωρικού ρυθμού. Στο εσωτερικό του υπήρχαν δωμάτια/καταστήματα, που προδίδουν τον εμπορικό χαρακτήρα του.

            Την ίδια εποχή φαίνεται ότι ανοικοδομήθηκε και η στοά ΣΤ στο κάτω άνδηρο, στην οποία ενσωματώθηκαν τμήματα του αρχαιότερου κτηρίου. Η κατασκευή της είναι παρόμοια με αυτήν του κτηρίου Δ και της στοάς Γ, με την οποία έχει περίπου ίδιο πλάτος. Η κρηπίδα της καλύφθηκε από το νότιο τοίχο μονόχωρου ναού του 6ου αιώνα μ.Χ. Οι  αρράβδωτοι κίονες και τα δωρικά κιονόκρανα που έχουν βρεθεί, ανήκουν μάλλον στη φάση αυτή. Στο πίσω μέρος της στοάς υπήρχε κρήνη, της οποίας η νότια πλευρά καταστράφηκε από τοίχο μεταγενέστερων χρόνων. Διέθετε δεξαμενή, που συνδεόταν με πλατύ αγωγό απορροής και αγωγούς ύδρευσης. Οι τοίχοι της κρήνης είχαν επιχρισθεί με κονίαμα, που καλύπτεται με χρώμα.

            Στο 2ο αιώνα π.Χ. χρονολογούνται μάλλον και δύο ημικυκλικές εξέδρες που υπήρχαν στον ελεύθερο χώρο της αγοράς.

            Οι δρόμοι εξυπηρετούσαν την επικοινωνία μεταξύ των διαφορετικών επιπέδων ή έβαιναν κατά μήκος των ανδήρων, παράλληλα προς τα κτήρια και αποτελούσαν την πρόσβαση προς αυτά. Είναι πλακόστρωτοι και διαθέτουν κτιστούς αποχετευτικούς αγωγούς. Το πλάτος τους κυμαίνεται από 1.10-5 μ. Το δρόμο IV στο άνω άνδηρο διαδέχθηκε ο δρόμος Ι, πιθανότατα στον ύστερο 4ο αιώνα, ενώ και αυτός αχρηστεύθηκε όταν οικοδομήθηκε επάνω του το πρόπυλο του κτηρίου Δ, στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα.

       Τον ελεύθερο χώρο μπροστά στα κτήρια και τους δρόμους καταλάμβαναν διάφορα μνημεία, με τα οποία προβαλλόταν κατά τη συνήθεια των Ελληνιστικών και Ρωμαϊκών χρόνων η τοπική άρχουσα τάξη ή τιμούνταν οι ηγεμόνες και οι αυτοκράτορες. Ορισμένα ευρήματα βεβαιώνουν την άσκηση χθόνιας λατρείας, τουλάχιστον από τα μέσα του 4ου και κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. καθώς και στον 1ο και τον 5ο αιώνα μ.Χ., που απευθυνόταν μάλλον σε προγόνους ή ήρωες. Επομένως υπήρχαν συγκεντρωμένες στην αγορά της Άνδρου και οι τρεις συνήθεις λειτουργίες των αγορών, που εξυπηρετούσαν πολιτικές-διοικητικές, εμπορικές και λατρευτικές ανάγκες.

Η αγορά κατά τους Ρωμαϊκούς χρόνους

          Το δυτικό τμήμα του βόρειου τοίχου της στοάς ΣΤ πιθανώς ανήκει σε κάποια ανοικοδόμησή της στους Ρωμαϊκούς χρόνους, οπότε προστέθηκε και η μικρή ημικυκλική κόγχη, που αποτελούσε κρήνη.

          Περί τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. το κτήριο Δ ανοικοδομήθηκε, ενώ το διάστημα 139-161 μ.Χ. οικοδομήθηκε ένας μάκελλος και αφιερώθηκε στο Μάρκο Αυρήλιο και ίσως στον Αντωνίνο Ευσεβή, όπως μαρτυρά επιγραφή στο μαρμάρινο γείσο του. Αυτή η οικοδομική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με επιγραφικές μαρτυρίες και τα πέντε μεγάλου μεγέθους αγάλματα που βρέθηκαν στην αγορά (του Ερμού, το γυναικείο του τύπου της Μεγάλης Ηρακλειώτισσας, γνωστά από παλιά, και δύο ακόμη ανδρικά και ένα γυναικείο), ανιδρυμένα σε ηρώα επιφανών πολιτών, υποδεικνύουν την ανάπτυξη της πόλης την εποχή αυτή (1ο-2ο αιώνα μ.Χ.).

 

Η αγορά από τον 3ο έως τον 7ο αιώνα μ.Χ.

          Στους Παλαιοχριστιανικούς χρόνους η οικοδόμηση της βασιλικής στο κάτω άνδηρο και του κτηρίου Ε στο άνω επιβεβαιώνουν ότι η αγορά παρέμεινε το κέντρο της πόλης.

          Το κτήριο Ε διαδέχθηκε προς τα τέλη του 3ου αιώνα το κτήριο Δ, διατηρώντας τη διάταξη των χώρων του και στεγάζοντας πιθανότατα τις ίδιες δραστηριότητες.

         

 

 

Η βασιλική κτίστηκε στο δεύτερο μισό του 5ου αιώνα επάνω στα ερείπια της στοάς ΣΤ και στο δρόμο ΙΙΙ, αλλάζοντας εντελώς την εικόνα του κάτω ανδήρου. Έχει αποκαλυφθεί το ανατολικό τμήμα της, με την ημικυκλική αψίδα του ιερού, το πρεσβυτέριο και μεγάλο τμήμα των κλιτών. Ήταν τρίκλιτη δρομική και ξυλόστεγη. Η βασιλική έφερε πλούσιο μαρμάρινο διάκοσμο, μαρμάρινο πλακόστρωτο δάπεδο στο πρεσβυτέριο και ψηφιδωτά στα κλίτη. Κατάλοιπα ζωγραφικού διακόσμου βρέθηκαν στην αψίδα του ιερού και σε ορθογώνια κόγχη του βόρειου κλίτους. Τα τελευταία, στα οποία διακρίνονται τρεις τουλάχιστον μορφές όρθιων μετωπικών αγίων, στερεώθηκαν και καλύφθηκαν με μικρό στέγαστρο για προστασία.

         

 

Η βασιλική καταστράφηκε μάλλον από το σεισμό του 552 και στα ερείπιά της οικοδομήθηκε με προχειρότητα ένας νέος μονόχωρος δρομικός ναός, συρρικνωμένος στο κεντρικό κλίτος της. Ο ναός αυτός διατήρησε την αψίδα της βασιλικής ενώ οι πλευρικοί του τοίχοι υψώθηκαν στη θέση των στυλοβατών των κιονοστοιχιών της.  Με το ναό επικοινωνούσε με τοξωτά ανοίγματα το βόρειο κλίτος της βασιλικής, που λειτούργησε μάλλον ως πρόσκτισμα, προκειμένου να είναι προσιτή η κρήνη/αγίασμα. Η ανοικοδομημένη εκκλησία λειτούργησε για μερικές δεκαετίες, ώσπου μετά την εγκατάλειψη της πόλης στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα περιέπεσε σε αχρηστία και ερειπώθηκε.

Τα κινητά ευρήματα στο χώρο της Αγοράς

Αρχιτεκτονικά μέλη

Αρχιτεκτονικά μέλη και ηλιακά ρολόγια (έως τα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ.)

           Τα αρχιτεκτονικά μέλη, τα περισσότερα από μάρμαρο ή σχιστόλιθο, αποτελούν την πολυπληθέστερη κατηγορία ευρημάτων μετά την κεραμική και παρέχουν πληροφορίες για τα κτήρια που υπήρχαν στην αγορά και τη μορφή τους. Σημαντικά είναι τα μέλη που μαρτυρούν την ύπαρξη οικοδομημάτων και κατασκευών που δεν σώζονται, όπως οι πώρινοι σπόνδυλοι κιόνων, ενσωματωμένοι στην αψίδα της παλαιοχριστιανικής βασιλικής, το ακροκέραμο, που έφερε γραπτή διακόσμηση και χρονολογείται περί το 500 π.Χ., ή το πλευρικό ακρωτήριο μαρμάρινου βωμού, με ανάγλυφη διακόσμηση, του πρώτου μισού του 5ου αιώνα π.Χ. Τα πρωιμότερα μέλη που έχουν βρεθεί χρονολογούνται στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. ενώ τα υστερότερα στον 6ο αιώνα μ.Χ. Τα περισσότερα από αυτά χρησιμοποιήθηκαν διαχρονικά, είτε αυτούσια είτε επανεπεξεργασμένα.

            Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν τα κεραμίδια, πήλινα, κορινθιακού και λακωνικού τύπου, και μαρμάρινα, κορινθιακού τύπου, πολλά από τα οποία έχουν αποδοθεί σε ανασκαμμένα κτήρια. Τα μαρμάρινα δωρικά κιονόκρανα και οι μαρμάρινοι μονολιθικοί κίονες που ανήκαν στη στοά ΣΤ χρησιμοποιήθηκαν και στην παλαιοχριστιανική βασιλική και αργότερα στο ναό του 6ου αιώνα.

            Στην αγορά βρέθηκαν επίσης δύο μαρμάρινα ηλιακά ρολόγια, κωνικού τύπου.

Αρχιτεκτονικά μέλη Παλαιοχριστιανικών χρόνων

             Στα κτήρια της εποχής αυτής χρησιμοποιήθηκαν επιπλέον μέλη αρχαιότερων κτηρίων ή ακόμη και τμήματα γλυπτών επανεπεξεργασμένα. Η βασιλική έφερε πλούσιο γλυπτό και ζωγραφικό διάκοσμο ενώ σώζονται θραύσματα από ορθομαρμαρώσεις σε μεγάλη ποικιλία μαρμάρων, λευκών και πολύχρωμων, πολλά από αυτά εισηγμένα από τη Μικρά Ασία. Από τη βασιλική προέρχονται δύο κορινθιακά κιονόκρανα, θραύσματα θωρακίων με φυτικό ή γεωμετρικό διάκοσμο, πεσσίσκων, ημικιονίσκων κά.

Οι επιγραφές

             Η ανασκαφή έδωσε αρκετές επιγραφές, σε θραύσματα ή ολόκληρες, που σώζονται επάνω σε θραύσματα αγγείων, κεραμίδων στέγης, πήλινων κυψελών ή σε μαρμάρινες στήλες. Μεγάλο μέρος τους είχε χρησιμοποιηθεί ως οικοδομικό υλικό στα κτήρια των Παλαιοχριστιανικών χρόνων. Χρονολογούνται από το δεύτερο μισό του 6ου αιώνα π.Χ. έως τον 6ο αιώνα μ.Χ.

Επιγραφές Αρχαϊκών-Αυτοκρατορικών χρόνων

             Οι αρχαιότερες επιγραφές, μεταξύ των οποίων και η αρχαιότερη σε λίθο που έχει βρεθεί στο νησί, έχουν εντοιχισθεί στη βασιλική και το ναό που την διαδέχθηκε. Από τις υπόλοιπες, σημαντική κατηγορία αποτελούν τα ψηφίσματα, αποφάσεις της βουλής και του δήμου, που δίνουν πληροφορίες για την πολιτική οργάνωση, τους πολίτες και τις εξωτερικές σχέσεις της Άνδρου, π.χ. με τη Γυάρο, την Πεπάρηθο κά. Άλλη κατηγορία αποτελούν οι τιμητικές επιγραφές, χαραγμένες σε βάσεις, ανδριάντων ευεργετών της πόλης, χαμένων σήμερα, με τους οποίους η πολιτεία είχε κοσμήσει την αγορά. Σε αυτές σώζονται ονόματα επιφανών Ανδρίων πολιτών αλλά και Ρωμαίων πατρώνων του δήμου. Επιγραφή επάνω σε γείσο κτηρίου μας πληροφορεί για την ανέγερση μακέλλου, που είχε αφιερωθεί στο Μάρκο Αυρήλιο, τότε καίσαρα, και πιθανώς στον αυτοκράτορα Αντωνίνο Ευσεβή.

Επιγραφές Παλαιοχριστιανικών χρόνων

             Η ανασκαφή έχει φέρει στο φως λίγες παλαιοχριστιανικές επιγραφές, από τις οποίες τρεις βρέθηκαν στη βασιλική και αποτελούν τις μόνες γραπτές μαρτυρίες για το μνημείο. Οι δύο είναι χαραγμένες σε μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη του ναού και η τρίτη αποτελεί τμήμα του ψηφιδωτού δαπέδου του κεντρικού κλίτους της βασιλικής και διατηρείται σχεδόν ακέραιη. Με την καθημερινή ζωή των κατοίκων της πόλης συνδέονται επιγραφές σε όστρακα χρηστικών αγγείων.

             Η πρώτη επιγραφή της βασιλικής ανήκε σε αρχιτεκτονικό μέλος και σώζει το όνομα κάποιου επισκόπου Πέτρου, ιεράρχη του νησιού κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα, ο οποίος δώρισε πιθανότατα μια ομάδα μαρμάρινων αρχιτεκτονικών γλυπτών. Η δεύτερη επιγραφή, χαραγμένη επάνω στην πλάκα της μαρμάρινης αγίας τράπεζας της πρώτης φάσης της βασιλικής, μαρτυρά την αφιέρωση της τράπεζας από κάποιον σημαντικό δωρητή. Στο ψηφιδωτό δάπεδο του κεντρικού κλίτους, μπροστά από το φράγμα του πρεσβυτερίου, σε  tabula ansata (πινακίδα με λαβές) αναγράφεται αφιερωτική επιγραφή του ψηφιδωτού δαπέδου από το διάκονο Ευφρόσυνο και τη «σύμβιο αυτού Μαρία». Οι επιγραφές αυτές υποδεικνύουν ότι η ανέγερση της βασιλικής ήταν ένα συλλογικό έργο, που βασίστηκε στις χορηγίες διαφορετικών προσώπων.

 

 

Τα γλυπτά

             Τα περισσότερα γλυπτά σώζονται αποσπασματικά, είναι μικρού μεγέθους, καμωμένα από μάρμαρο, και χρονολογούνται κυρίως στους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους. Αρχαιότερα είναι μόνο το τμήμα από τα μαλλιά κούρου ή κόρης, του δεύτερου μισού του 6ου αιώνα π.Χ., και το δεξιό άκρο πόδι γυναικείου αγάλματος με σανδάλι, υπερφυσικού μεγέθους, του 4ου αιώνα π.Χ. Τα γλυπτά μας δίνουν μια πολύ περιορισμένη εικόνα των αγαλμάτων που κοσμούσαν το χώρο της αγοράς, καθώς γνωρίζουμε ότι υπήρχαν και χάλκινα αγάλματα αλλά και μαρμάρινα μεγάλου μεγέθους. Πρόκειται για αγάλματα θεών, όπως του Διονύσου, της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης, επιφανών πολιτών και Ρωμαίων αυτοκρατόρων. Το τμήμα βάσης με μορφή πλώρης πλοίου προδίδει την ύπαρξη μνημείου πιθανότατα για κάποια ναυτική νίκη και εντάσσεται στην ταραγμένη για το νησί εποχή του 3ου ή 2ου αιώνα π.Χ.

             Σημαντικά είναι τρία γλυπτά, μεγάλου μεγέθους, δύο ανδρικά και ένα γυναικείο, που μαζί τα γνωστά αγάλματα του Ερμή, του τύπου Farnese-Άνδρου, και του γυναικείου, του τύπου της Μεγάλης Ηρακλειώτισσας, μαρτυρούν την  ύπαρξη στην αγορά της Άνδρου δύο τουλάχιστον μνημείων-ηρώων κατά το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ., που κοσμούνταν από συντάγματα αγαλμάτων μελών εξεχουσών οικογενειών της πόλης και υποδεικνύουν την επικράτηση και στην Άνδρο της γενικότερης τάσης της εποχής για κοινωνική προβολή των μελών της άρχουσας τάξης μέσω της απόδοσης τιμών.

Κάτοψη της ανασκαφής στο Άνω Άνδηρο της Αγοράς

Κάτοψη της ανασκαφής στο άνω άνδηρο της αγοράς. Τα κατάλοιπα του  τέλους 4ου- αρχών 3ου αιώνα π.Χ. (δρόμοι Ι - ΙΙ, κτήριο Α)​

Κάτοψη της ανασκαφής στο κάτω άνδηρο της αγοράς.Τα κατάλοιπα του  τέλους 4ου- αρχών 3ου αιώνα π.Χ. (δρόμοι ΙΙΙ, κτήριο ΣΤ)​

Κάτοψη της ανασκαφής στο άνω άνδηρο της αγοράς. Κτήριο Β' , 3ου αιώνα π.Χ.

Κάτοψη της ανασκαφής στο άνω άνδηρο της αγοράς. Τα κατάλοιπα του πρώτου μισού του 2ου αιώνα π.Χ. (κτήρια Γ, Δ)

Κάτοψη της ανασκαφής στο κάτω άνδηρο της αγοράς. Τα κατάλοιπα του πρώτου μισού του 2ου αιώνα π.Χ. (κτήριο ΣΤ)

Κάτοψη του κτιρίου Ε του 3ου αιώνα μ.Χ.

Κάτοψη της πρώτης φάσης της βασιλικής του  δεύτερου μισού του 5ου αι. μ.Χ.

Κάτοψη της ανασκαφής στο κάτω άνδηρο. Ο μονόχωρος ναός, κτήριο Η

Τοπογραφικό σχέδιο της ανασκαφής της αγοράς της αρχαίας Άνδρου

 

Η Κεραμική

            Η ανασκαφή έχει φέρει στο φως εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα κεραμικής που προέρχεται από την αγορά της αρχαίας πόλης, από τις οικίες των Ανδρίων και από άλλες ερευνημένες θέσεις της πόλης. Τα περισσότερα αγγεία διατηρούνται σε αποσπασματική κατάσταση και σε μικρά θραύσματα, συμβάλλουν, ωστόσο, στην ασφαλέστερη χρονολόγηση των φάσεων των ανασκαπτομένων κτηρίων, στη μελέτη της κεραμικής (τύποι αγγείων, εργαστήρια, καλλιτέχνες κα.) και παράλληλα φωτίζουν πτυχές της καθημερινής ζωής των κατοίκων καθώς και την εμβέλεια των εμπορικών επαφών του νησιού.

            Η μεγαλύτερη ποσότητα κεραμικής ανήκει σε χρηστικά σκεύη, συνήθως αβαφή. Ο πηλός τους είναι ομοιογενής, χονδρόκοκκος, με προσμίξεις και μίκα, πιθανότατα εγχώριος. Η πλειονότητα των οστράκων ανήκει σε πιθοειδή αγγεία, λεκάνες ή λεκανίδες, πινάκια, πρόχους, λοπάδες, χύτρες, κύπελλα και υδρίες.

            Μεγάλος είναι επίσης ο αριθμός θραυσμάτων από εμπορικούς αμφορείς, εισηγμένων από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής του Αιγαιακού χώρου, οι οποίοι σε συνδυασμό με τα νομισματικά δεδομένα παρέχουν σημαντικά στοιχεία για το χρονολογικό διάγραμμα κατοίκησης της πόλης, την οικονομία και τις εμπορικές επαφές της. Τα πρωιμότερα παραδείγματα αμφορέων διατηρούνται σε αποσπασματική κατάσταση και χρονολογούνται στο τέλος του 5ου ή στις αρχές του 4ου αιώνα π.Χ. ενώ τα υστερότερα στον 7ο αιώνα μ.Χ. Με βεβαιότητα ταυτίζονται αμφορείς θασιακού, κνιδιακού και κωακού εργαστηρίου.

            Σε μια ξεχωριστή και πολυάριθμη κατηγορία εντάσσεται η κεραμική που χαρακτηρίζεται από καλύτερη ποιότητα, που προσδιορίζει την εισαγωγή αγγείων από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής, όπως την Αττική, την Κόρινθο, την Εύβοια και πόλεις της Μικράς Ασίας.

            Λιγοστά θραύσματα της Γεωμετρικής και πρώιμης Αρχαϊκής εποχής (9ος-7ος αιώνας π.Χ.) προέρχονται από το χώρο της αγοράς αλλά και την ευρύτερη περιοχή της αρχαίας πόλης και συνδέονται με μια εγκατάσταση αναπτυγμένη σε ευρεία έκταση της πλαγιάς. Στους Αρχαϊκούς χρόνους χρονολογούνται λίγα θραύσματα αττικών μελανόμορφων αγγείων. Αντίθετα, αξιοσημείωτες είναι οι ομάδες των θραυσμάτων αττικών αγγείων του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., ερυθρόμορφων και μελαμβαφών, που σχετίζονται με την αθηναϊκή παρουσία στο νησί.

            Σε ιδιαίτερες κατηγορίες εντάσσονται θραύσματα αγγείων με διακόσμηση του τύπου «Δυτικής Κλιτύος», του 3ου αιώνα π.Χ., αγγείων με λευκό βάθος και ερυθροκάστανη διακόσμηση καθώς και ανάγλυφων σκύφων με γραμμική και φυτική ανάγλυφη διακόσμηση των «ιωνικών εργαστηρίων», του 2ου-1ου αιώνα π.Χ. Θραύσμα από μήτρα μεγαρικού σκύφου, του 2ου-1ου αιώνα π.Χ., αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την ύπαρξη εργαστηρίου παραγωγής ανάγλυφων σκύφων. Άλλη ομάδα συνιστούν τα ερυθροβαφή και μελαμβαφή πινάκια, που χρονολογούνται από τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. έως και τα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. Υπάρχουν επίσης μεμονωμένοι τύποι αγγείων με ευρεία διάδοση στο Αιγαίο, όπως τα μυροδοχεία του 1ου αιώνα π.Χ. ή αγγείο, της ίδιας εποχής, με αμφικωνικό σώμα, πιθανώς για τη φύλαξη καλλυντικών και φαρμακευτικών ουσιών.

            Ξεχωριστή ομάδα αποτελούν οι λύχνοι, οι οποίοι καλύπτουν το διάστημα από τον 4ο αιώνα π.Χ. έως και τον 6ο αιώνα μ.Χ., τα περισσότερα όμως θραύσματα χρονολογούνται στον 3ο αιώνα μ.Χ. και προέρχονται από αττικά και μικρασιατικά εργαστήρια.

            Εκτός από τους λύχνους και τα χρηστικά αγγεία του τέλους των Παλαιοχριστιανικών χρόνων, η υπόλοιπη κεραμική που συνδέεται με τις τελευταίες περιόδους κατοίκησης της πόλης συνίσταται από ερυθροβαφή αγγεία αλλά και ένα παράδειγμα ευλογίας, με σφράγισμα με το μονόγραμμα Χ (6ου αιώνα).

            Η εύρεση μεγάλου αριθμού θραυσμάτων από πήλινες κυψέλες από το χώρο των οικιών και της αγοράς της πόλης μαρτυρά τη συστηματική ενασχόληση των κατοίκων με τη μελισσοκομία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι επιγραφές σε σώματα και καλύμματα κυψελών, που δηλώνουν μάλλον την ποσότητα και την αξία του περιεχομένου ή το όνομα του σκεύους ή του κατόχου.

 

Τα νομίσματα

            Με τα έως τώρα δεδομένα, η νομισματική παραγωγή της Άνδρου φαίνεται ότι ξεκίνησε στις αρχές του 4ου και συνεχίστηκε έως τον 1ο αιώνα π.Χ. Στη διάρκεια αυτών των δύο αιώνων εκδόθηκαν αρκετές σειρές αργυρών και περισσότερες χάλκινων νομισμάτων, που χαρακτηρίζονται από την κυριαρχία εικονογραφικών τύπων σχετικών με το Διόνυσο, σημαντικό θεό των Ανδρίων, το ιερό του οποίου ήταν συνδεδεμένο με θαύμα που μετέτρεπε το νερό μιας πηγής στο χώρο αυτό σε κρασί κατά τη διάρκεια της εορτής του θεού. Πιθανώς όμως οι νομισματικοί τύποι αντανακλούν και αναπτυγμένη αμπελοκαλλιέργεια. Η διονυσιακή εικονογραφία κυριαρχεί και στις μεμονωμένες κοπές των Αυτοκρατορικών χρόνων, στις οποίες συναντώνται και απεικονίσεις άλλων θεοτήτων, όπως του Απόλλωνος Μουσαγέτου και της Αρτέμιδος.

            Στις ανασκαφές της Παλαιόπολης βρέθηκαν γύρω στα 200 νομίσματα, στην πλειονότητά τους χάλκινα, που παρέχουν πληροφορίες για το χρήμα που κυκλοφορούσε σε κάποια δεδομένη χρονική περίοδο στην πόλη, για τις επαφές της με το εξωτερικό ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φανερώνουν στοιχεία της πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας. Αποτελούν εκδόσεις της ίδιας της Άνδρου, αλλά και άλλων εκδότριων αρχών: της Ανάφης, της Δήλου, της Ιουλίδας της Κέας, της Πάρου και της Τήνου· της Αθήνας, του Άργους και της Θεσσαλίας· της Λαμψάκου, της Αμισού και της Αντιφέλλου της Μικράς Ασίας· των Μακεδόνων βασιλέων, των Πτολεμαίων της Αιγύπτου και των Σελευκιδών της Συρίας. Βρέθηκαν επίσης αρκετά νομίσματα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και κάποια βυζαντινά· ιδιαιτέρως σημαντικά για την ιστορία του χώρου είναι τα νομίσματα του αυτοκράτορα Ηρακλείου (610-641), που αποτελούν τα υστερότερα ευρήματα από την περιοχή.

Τα μικροαντικείμενα

            Τα μικροαντικείμενα που βρέθηκαν στην ανασκαφή στην πλειονότητά τους είναι χρηστικά και ανήκουν σε διάφορες κατηγορίες. Πρόκειται για αντικείμενα καλλωπισμού - κοσμήματα, εργαλεία, μέρος εξοπλισμού, μονάδες μέτρησης, ειδώλια κά., που αποτελούν μάρτυρες των  διαφόρων πτυχών του καθημερινού βίου, δημοσίου και ιδιωτικού. Μας παρέχουν πληροφορίες για την οικονομία της πόλης και τις ασχολίες των κατοίκων, τις θρησκευτικές πίστεις και δοξασίες τους.

            Η εύρεση σταθμών αποτελεί μαρτυρία για την ύπαρξη αγορανομικού κανόνα και την ανάπτυξη του εμπορίου και κατ’ επέκταση της ναυτιλίας. Μάρτυρας των εμπορικών επαφών των Ανδρίων αποτελεί μεταξύ άλλων τμήμα μαρμάρινου αγγείου κατασκευασμένου από εργαστήριο της Περγάμου. Την ενασχόληση των κατοίκων με την αλιεία αποδεικνύουν τα αγκίστρια, τα μικρά βαρίδια, τα βάρη για τα δίχτυα, τα τμήματα ελαφρόπετρας και τα υπολείμματα ψαριών, οστρακοειδών και εχινών. Τα τελευταία φανερώνουν και τις διατροφικές συνήθειές τους. Η εύρεσή τους σε μεγάλες ποσότητες στο ημιϋπόγειο πρόσκτισμα δυτικά του Κτηρίου Δ στο άνω άνδηρο της αγοράς, σε συσχέτιση με τα συνευρήματα, όπως μαρμάρινες τράπεζες, συνδέουν το κτίσμα με βοηθητικό  χώρο της ιχθυαγοράς. 

            Οι γεωργικές ασχολίες των κατοίκων επιβεβαιώνονται και από την εύρεση τμημάτων μυλόπετρας, που χρησιμοποιούνταν στο άλεσμα  των δημητριακών και στην πολτοποίηση της ελιάς. Τα λίθινα οικιακά σκεύη που προέρχονται από το χώρο, ιγδία (γουδιά), λεκανίδες, δοίδυκες (γουδοχέρια) και τριπτήρες είχαν ποικίλες χρήσεις και εξυπηρετούσαν γεωργικές εργασίες και διάφορες βιοτεχνικές δραστηριότητες.

            Το πλούσιο μεταλλοφόρο υπέδαφος του νησιού συνέβαλε στη δραστηριοποίηση των Ανδρίων στη μεταλλουργία και μεταλλοτεχνία. Το πλήθος των υπολειμμάτων κατεργασίας σιδήρου (σκωριών) που έχουν βρεθεί στο χώρο της αγοράς και στη νοτιοανατολική πλευρά της αρχαίας πόλης, όπου και η θέση Σκουριά, καθώς και το μεταλλουργείο που λειτουργούσε στην αγορά βεβαιώνουν την εκμετάλλευση του μεταλλεύματος αυτού.

Την ενασχόληση των γυναικών με τη νηματουργία, την υφαντική και το ράψιμο μαρτυρούν τα πήλινα σφονδύλια και το χάλκινο άγκιστρο, τα οποία αποτελούν εξαρτήματα του αδραχτιού, οι πήλινες αγνύθες (υφαντικά βάρη) και οι βελόνες.

            Τα κοσμήματα εξυπηρετούσαν είτε πρακτικούς σκοπούς, όπως οι σφραγιστικοί δακτύλιοι με λίθο, οι περόνες και οι πόρπες, είτε ήταν διακοσμητικά. Εξάρτημα του γυναικείου καλλωπισμού αποτελούσε το χάλκινο κάτοπτρο και η τριχολαβίδα, χωρίς να αποκλείεται η χρήση της δεύτερης και για ιατρικούς σκοπούς.

Παιχνίδι, ομαδικό ή ατομικό, μαρτυρούν οι γυάλινοι πεσσοί, οι αστράγαλοι (κότσια) και οι πλαγγόνες (κούκλες), μία από τις οποίες προέρχεται από οικία στη δυτική πλαγιά της πόλης.

           Ποικίλες χρήσεις θα μπορούσαν να έχουν τα πήλινα ειδώλια. Ο μολύβδινος σταυρός τέλος και τα γυάλινα αγγεία από την παλαιοχριστιανική βασιλική σχετίζονται με τη λειτουργία της ως χώρου λατρείας.